Η έλλειψη βιταμίνης D είναι συχνή ακόμα και το καλοκαίρι σε ομάδες υψηλού κινδύνου
Η αυξημένη ηλιοφάνεια του καλοκαιριού δεν φαίνεται να αρκεί για να διορθώσει την ανεπάρκεια βιταμίνης D σε ηλικιωμένους και μειονόητες.
Η βιταμίνη D είναι γνωστή κυρίως για τον ρόλο που παίζει στην υγεία των οστών, όμως τα τελευταία χρόνια οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι επηρεάζει και πολλές άλλες λειτουργίες του οργανισμού. Παράλληλα, η έλλειψή της εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα συχνότερα διατροφικά προβλήματα παγκοσμίως, ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους και στους ανθρώπους με πιο σκούρο χρώμα δέρματος. Μια νέα βρετανική μελέτη έρχεται τώρα να δείξει ότι, τουλάχιστον στις βόρειες περιοχές, ούτε καν οι καλοκαιρινοί μήνες φαίνεται να αρκούν για να διορθώσουν το πρόβλημα σε αυτές τις ομάδες υψηλού κινδύνου.
Η έρευνα δημοσιεύθηκε στο περιοδικό European Journal of Clinical Nutrition και εξέτασε τα επίπεδα βιταμίνης D σε ηλικιωμένους άνω των 65 ετών, αλλά και σε ενήλικες από εθνοτικές μειονότητες με πιο σκούρα επιδερμίδα που ζουν στη βόρεια Βρετανία. Τα ευρήματα δείχνουν ότι περισσότεροι από τους μισούς ηλικιωμένους και σχεδόν τρεις στους τέσσερις συμμετέχοντες από τις συγκεκριμένες εθνοτικές ομάδες είχαν ανεπαρκή επίπεδα βιταμίνης D, ενώ το πρόβλημα παρέμενε ακόμη και κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού.
Ο ρόλος της βιταμίνης D
Η βιταμίνη D βοηθά τον οργανισμό να απορροφά ασβέστιο, μαγνήσιο και φώσφορο, στοιχεία απαραίτητα για τη διατήρηση γερών οστών. Παράγεται κυρίως όταν το δέρμα εκτίθεται στην υπεριώδη ακτινοβολία του ήλιου, ενώ μικρότερες ποσότητες λαμβάνονται από ορισμένες τροφές ή από συμπληρώματα διατροφής. Οι ειδικοί χρησιμοποιούν τα επίπεδα της ουσίας 25-υδροξυβιταμίνη D στο αίμα για να εκτιμήσουν αν κάποιος έχει επαρκή αποθέματα. Τιμές κάτω από τα 50 nmol/L δηλώνουν ανεπάρκεια, ενώ ακόμη χαμηλότερες τιμές χαρακτηρίζονται ως έλλειψη.
Παρότι πολλοί θεωρούν ότι η ηλιοφάνεια του καλοκαιριού λύνει αυτόματα το πρόβλημα, οι ερευνητές σημειώνουν ότι αυτό δεν ισχύει για όλους. Οι ηλικιωμένοι παράγουν λιγότερη βιταμίνη D μέσω του δέρματος καθώς μεγαλώνουν, ενώ στα άτομα με πιο σκούρα επιδερμίδα η αυξημένη ποσότητα μελανίνης μειώνει την παραγωγή της από την ηλιακή ακτινοβολία. Επιπλέον, παράγοντες όπως οι διατροφικές συνήθειες, ο τρόπος ζωής και οι πολιτισμικές πρακτικές μπορούν επίσης να επηρεάσουν τα επίπεδά της.
Η συγκεκριμένη μελέτη αποτέλεσε το πρώτο στάδιο μιας μεγαλύτερης κλινικής δοκιμής που εξετάζει πώς ανταποκρίνονται διαφορετικές ομάδες ανθρώπων στα συμπληρώματα βιταμίνης D. Στη φάση αυτή οι επιστήμονες δεν αξιολόγησαν ακόμη την αποτελεσματικότητα των συμπληρωμάτων, αλλά κατέγραψαν την κατάσταση των συμμετεχόντων πριν από οποιαδήποτε παρέμβαση.
Πώς διεξήχθη η μελέτη
Συνολικά εξετάστηκαν 299 άτομα, τα οποία προσήλθαν για έλεγχο μεταξύ Δεκεμβρίου του 2024 και Αυγούστου του 2025. Οι συμμετέχοντες έδωσαν ένα μικρό δείγμα αίματος από το δάχτυλο, το οποίο αναλύθηκε με εξειδικευμένες εργαστηριακές τεχνικές ώστε να υπολογιστούν με ακρίβεια τα επίπεδα βιταμίνης D. Στην κύρια κλινική δοκιμή εντάχθηκαν μόνο όσοι είχαν επίπεδα κάτω από το όριο που θεωρείται επαρκές.
Τα αποτελέσματα ήταν ιδιαίτερα αποκαλυπτικά. Στους ηλικιωμένους, το 54,8% είχε ανεπαρκή ή χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D. Στους ενήλικες από εθνοτικές μειονότητες το αντίστοιχο ποσοστό έφτασε το 72,1%, δηλαδή σχεδόν τρεις στους τέσσερις συμμετέχοντες. Εκείνο που προκάλεσε μεγαλύτερη εντύπωση ήταν ότι τα ποσοστά αυτά παρέμειναν σχεδόν αμετάβλητα από τον χειμώνα έως και το καλοκαίρι. Με άλλα λόγια, η αυξημένη ηλιοφάνεια των θερινών μηνών δεν φάνηκε να βελτιώνει ουσιαστικά την κατάσταση.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι τα ευρήματα αμφισβητούν την ευρέως διαδεδομένη αντίληψη πως αρκεί να περάσει ο χειμώνας και να αυξηθεί η έκθεση στον ήλιο για να αποκατασταθούν τα επίπεδα της βιταμίνης D. Αντίθετα, ειδικά στις βόρειες περιοχές με περιορισμένη ηλιοφάνεια για μεγάλο μέρος του χρόνου, φαίνεται ότι αρκετοί άνθρωποι παραμένουν σε κατάσταση ανεπάρκειας ακόμη και όταν οι ημέρες είναι μεγαλύτερες και πιο φωτεινές.
Οι συγγραφείς εκτιμούν ότι για τους ηλικιωμένους το πρόβλημα σχετίζεται κυρίως με τη μειωμένη ικανότητα του οργανισμού να συνθέτει βιταμίνη D καθώς περνούν τα χρόνια. Για τα άτομα από μειονότητες θεωρούν ότι σημαντικό ρόλο παίζουν το πιο σκούρο χρώμα του δέρματος, οι διατροφικές συνήθειες και άλλοι περιβαλλοντικοί ή πολιτισμικοί παράγοντες. Επισημαίνουν πάντως ότι η μελέτη δεν κατέγραψε ορισμένους παράγοντες, όπως τη λειτουργία του ήπατος ή τη λήψη πολλών φαρμάκων, οι οποίοι θα μπορούσαν επίσης να επηρεάζουν τα επίπεδα της βιταμίνης D. Αντίθετα, στις αναλύσεις τους δεν διαπιστώθηκε κάποια σαφής σχέση μεταξύ του δείκτη μάζας σώματος και των επιπέδων της βιταμίνης.
Πού καταλήγουν οι ερευνητές
Με βάση τα αποτελέσματα, οι ερευνητές θεωρούν ότι οι σημερινές συστάσεις, οι οποίες βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στην αυξημένη έκθεση στον ήλιο κατά τους θερινούς μήνες, ίσως δεν επαρκούν για ορισμένες ομάδες του πληθυσμού. Υποστηρίζουν ότι οι ηλικιωμένοι και τα άτομα με πιο σκούρο χρώμα δέρματος που ζουν σε βόρεια γεωγραφικά πλάτη ενδέχεται να χρειάζονται πιο στοχευμένες παρεμβάσεις, όπως καλύτερη ενημέρωση, διατροφική υποστήριξη και, όπου κρίνεται απαραίτητο από τον γιατρό, συμπληρώματα βιταμίνης D καθ' όλη τη διάρκεια του έτους.
Οι επιστήμονες τονίζουν ότι τα αποτελέσματα αφορούν συγκεκριμένες ομάδες υψηλού κινδύνου και δεν σημαίνουν ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν ανάγκη από συμπληρώματα. Ωστόσο, η μελέτη αναδεικνύει το γεγονός ότι η εποχή του χρόνου από μόνη της δεν αποτελεί εγγύηση για επαρκή επίπεδα βιταμίνης D. Για πολλούς ηλικιωμένους και ανθρώπους με πιο σκούρα επιδερμίδα, η ανεπάρκεια μπορεί να επιμένει όλο τον χρόνο, γεγονός που ενισχύει την ανάγκη για εξατομικευμένη αξιολόγηση και στοχευμένες στρατηγικές πρόληψης.